Το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης πλησιάζει το εκατό τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος

Ενώ η κρίση του κορονοϊού στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση σιγά σιγά χαλαρώνει, αφήνει πίσω της μεγάλη αναταραχή στα δημόσια οικονομικά των επιμέρους κρατών μελών. Ενώ το συνολικό επίπεδο του δημόσιου χρέους μέχρι τα τέλη του 2019 μειωνόταν σταθερά  σε σχέση με το ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια , σημειώθηκε δραματική αναστροφή της τάσης αυτής από το πρώτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, δείχνει η ανάλυση της εταιρείας Goldenburg Group.

Η ευρωζώνη έκλεισε το 2019 με δημόσιο χρέος 84 τοις εκατό σε σχέση με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. Ωστόσο, ήδη στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του προηγούμενου έτους, το επίπεδό του αυξήθηκε κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες, προσθέτοντας περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες μέχρι το τέλος του τρίτου τριμήνου. Κατά τα τρία τρίμηνα του κορονοϊού του περασμένου έτους, το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης, αυξήθηκε κατά 13.3 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου αύξηση στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης.

Η μεγαλύτερη αύξηση του δημόσιου χρέους αντιμετωπίσθηκε από τις χώρες της λεγόμενης νότιας πτέρυγας της ευρωζώνης, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Κύπρος. Σε όλες αυτές τις χώρες, το δημόσιο χρέος έχει ήδη υπερβεί το 100% του ΑΕΠ και συνεχίζει να αυξάνεται. Για παράδειγμα, στο τέλος του τρίτου τριμήνου του προηγούμενου έτους, η Ιταλία είχε καταγράψει συνολικά χρέος 154.2% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα, η οποία πέρασε το μαρτύριο της χαλάρωσης του χρέους τα τελευταία χρόνια και εισήλθε στην κρίση του κορονοϊού με χρέος περίπου 180 τοις εκατό του ΑΕΠ, έχει ήδη υπερβεί το διπλάσιο της ετήσιας οικονομικής της παραγωγής στον εν λόγω δείκτη.

Μόνο λίγες χώρες πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ

Σε κάποιο βαθμό, μπορούμε να θεωρήσουμε ανησυχητική επίσης την αύξηση του χρέους σε χώρες οι οποίες ήταν αυστηρές με τον προϋπολογισμό τους μέχρι πριν από μερικά χρόνια. Η Αυστρία, για παράδειγμα, έχει πλησιάσει το 80 και η Γερμανία το 70 τοις εκατό.

Από την άλλη πλευρά, εξακολουθούν να υπάρχουν  στη ευρωζώνη ακόμη μερικές χώρες οι οποίες μπορούν να ανταποκριθούν στο κριτήριο του δημόσιου χρέους του Μάαστριχτ (60 τοις εκατό του ΑΕΠ). Σε αυτές περιλαμβάνονται τα κράτη της Βαλτικής, η Ιρλανδία, η οποία ήδη βρίσκεται επίσης οριακά, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες και η Σλοβακία.

Η αύξηση του δημόσιου χρέους των μεμονωμένων χωρών της ευρωζώνης, σε κάποιο βαθμό είναι κατανοητή και σίγουρα δεν είναι μοναδική στο πλαίσιο άλλων χωρών του κόσμου. Επρόκειτο για μια απάντηση στις επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού, όπου ο στόχος ήταν να διατηρηθεί η συνολική ζήτηση και να αποτραπεί η πτώση της, η οποία πιθανότατα θα μπορούσε να συγκριθεί με τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930.

Η ποσοτική χαλάρωση οδηγεί σε συσσώρευση καταθέσεων των τραπεζών στην ΕΚΤ

Εκτός από τις αντιδράσεις των δημοσιονομικών πολιτικών των επιμέρους κυβερνήσεων, υπήρξε επίσης μια μαζική αντίδραση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτή υπήρξε με την επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, το οποίο ξεκίνησε εκ νέου το 2019, αφού ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ παρέμεινε πολύ πιο κάτω από το στόχο του 2% μακροπρόθεσμα.

Ως αποτέλεσμα, το σύνολο του ισολογισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αυξήθηκε σχεδόν στα 7 τρισεκατομμύρια ευρώ κατά το προηγούμενο έτος. Αυτό αντιπροσωπεύει αύξηση περίπου 50% σε σύγκριση με το τέλος του 2019. Από την πλευρά των περιουσιακών στοιχείων, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στις πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, κατά περίπου 1.2 τρισεκατομμύρια ευρώ, και σε τίτλους που διατηρούνται για σκοπούς νομισματικής πολιτικής, κατά περίπου ένα τρισεκατομμύριο ευρώ.

Στην παθητική πλευρά του ισολογισμού της ΕΚΤ, η μεταβολή αυτών των δύο στοιχείων αντικατοπτρίζεται κυρίως στις καταθέσεις τραπεζικών ιδρυμάτων στην ΕΚΤ, οι οποίες αντιπροσωπεύουν αύξηση περίπου 1.7 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι, παρόλο που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγοράζει κρατικούς και άλλους τίτλους για να διαθέσει χρήματα σε κυκλοφορία και να υποστηρίξει έτσι τη ζήτηση, οι περισσότεροι από αυτούς επιστρέφουν στην ΕΚΤ με τη μορφή καταθέσεων από εμπορικές τράπεζες .

Tony Christoforou General Manager  Goldenburg Group Ltd

 

 

Πηγές δεδομένων:

Δημοσιονομική πολιτική: https://ec.europa.eu/eurostat/documents/portlet_file_entry/2995521/2-21012021-AP-EN.pdf/a3748b22-e96e-7f62-ba05-11c7192e32f3

Νομισματική πολιτική : https://www.ecb.europa.eu/pub/annual/balance/html/ecb.eurosystembalancesheet2020~0da47a656b.en.html

Προειδοποίηση κινδύνου: Τα CFD είναι πολύπλοκα μέσα και ενέχουν υψηλό κίνδυνο απώλειας χρημάτων λόγω μόχλευσης. Το 82.70% των λογαριασμών επενδυτών λιανικής χάνουν χρήματα από την παροχή CFDs στον εν λόγω πάροχο. Θα πρέπει να σκεφτείτε εάν καταλαβαίνετε πώς λειτουργούν τα CFD και εάν μπορείτε να αναλάβετε υψηλό κίνδυνο απώλειας χρημάτων.

Disclaimer: The content of the Reports constitutes Marketing Communication and does not constitute Investment Advice or Investment Research or an offer for any transactions in financial instrument. The content of the Reports represents the view of our experts on a generic basis, and does not take into consideration individual readers personal circumstances, investment experience or current financial situation. In addition, the Reports have not been prepared in accordance with legal requirements designed to promote the independence of Investment Research, and are not subject to any prohibition on dealing ahead of the dissemination of Investment Research. Readers using the Reports should consider the possibility of encountering substantial losses. The past performance is not a guarantee of future results. Therefore, Goldenburg Group Limited shall not accept any responsibility for any losses of traders due to the use and the content of its Reports.